διαπόμπιμος

διαπόμπ-ιμος, ον,
A exported, D.S.2.49, Opp. C.3.47.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπόμπιμος — exported masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπόμπιμον — διαπόμπιμος exported masc/fem acc sg διαπόμπιμος exported neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπόμπιμοι — διαπόμπιμος exported masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.